Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2007

υγρά


Έχω μια παλιά λεκάνη. «Παλιά» λέγοντας, όχι καταστραμμένη, αλλά ημιξεθωρΓιαζμένη, επειδής την φυλάω ακάλυπτη στο μπαλκόνι κατά περιόδους. Τώρα την έχω μες στο σπίτι. Πλυμμένη και σένια. Tην χρησιμοποι-ώ μόνο για να βάζω τα ρούχα που βγάζω φρεσκοαυτωμένα από το πλυντήρι-ο. Δεν μιλάμε για τίποτα μπασκλασαρία λεκάνη. Πλαστική μεν, σικάτη δε. Έχω ξεχάσει τι μάρκα είναι. RubberFuckingMaid, or something. Γερό brand name, σαναλέμε. Πρασινωπή.Λίγα γδαρσιμάτακια, επίσης, παίζουν στην επιφάνεια της (παρακαλώ, να δΓιαβαστεί ε-πι-φά-νεια, όχι ε-πι-φά-νει-α), αλλά ντάξει, πταίζματα τώρα, τι ψάχνεις να βρεις;

Μια από αυτές τιζ μέρες (ή νύχτες, για να έχω περισσότερη ησυχία), θα την πάρω και, αφού την ξεπλένω με άφθονο καυτό νερό, θα την μετατρέψω σε δοχείο βλακείας. Τηζ βλακείαζ μου. Πρώτον, θα αδΓειάσω μέσα της Soflan υγρό απορρυπαντικό πλυντηρίου, με άρωμα βανίλια. Ένα λίτρο.Mετά, θα αδΓειάσω 250ml λάδι. Τι δΓιάολο, το ελαιόλαδο είναι πηγή ζωής. Σωστά; Σωστότατα.

Αχά! Πάμε να δημιουργήσουμε σαλάτα; Ή μήπως κάτι καταλαβαίνω λάθος; Και τι βάζουμε σε μια τέτΧοια σαλάτα; Ξίδι; Μπα, αυτό το σερβίρουνε σε όσους θυμώνουν. Και εγώ δεν βλέπω για πΧοιον λόγο πρέπει να χάσουμε την ψυχραιμία μας. Λεμόνι. Στύβω ένα ολόκληρο στον γυάλινο-ημιαντικέ στύφτη μου, κληρονομιά από τους παππούδεζ μου, και αδΓειάζω τον φρέσκο χυμό λεμονιού στη λεκάνη με το Soflan και το λιόλαδο.

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2007

we’re a happy family

Ουκ ολίγες φορές, από το μικρόφωνο της εκπομπής, έχω κριτικάρει ό,τι και όσους (με την πραχτική τους και με τις ενέργειές τους) με εξοργίζουν και με/μας προκαλούν και μας υποτιμούν oλοφάνερα. ΔημΙοσΧιογράφους και ψευτοεκπομπατζήδες τής συμφοράς, την ΕΡΤ3 και την ΕΡΤ ΑΕ, πρόσωπα και πράΓΚματα, της ημιβλακειότητάζ μου μη εξαιρουμένης ασούμε. Όταν συμβαίνει αυτό, δηλαδής να βγάζω στη φόρα δΓιάφορες εξώφθαλμες παπαρΓιές, τότες φίλες και φίλοι εμπιστοσύνης (ανεξάρτητα από το αν συμμερίζονται τις απόψειζ μου και τα επιχειρήματά μου), ημιξινίζουν τα μούτρα τους, και -με τη σειρά τους- κριτικάρουν τη στάση μου: ήσουν σκληρός, εμφανίζεσαι αδέκαστος... καιταλοιπά. Εννοείται ότι την οδυνηρότερη κριτική-στην-οδυνηρή-κριτική μου την ασκώ εγώ στον εαυτό μου: πώς την είδες, ρε χαμένε; πΧοιος σε δΓιόρισε τιμητή των πάντων;
Απείρως περισσότερες φορές, τα ‘δΓιαμάντΓια’ έχουν συνταχτεί με πρωτοβουλίες. Και έχουν (ενίοτε μόνα τους στά μίντΓια) υποστηρίξει κινήσεις, με θέρμη που δεν κρύβεται, και μεθοδικά. Η πλάκα είναι (γκαμώ τις εκφράσεις, αθάνατη!) ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, ελάχιστοι (έως μηδενικοί) συνακροατές το επισημαίνουν. Ακόμα και για να δηλώσουν την αντίθεσή τους στην προσπάθΧεια, που η εκπομπή προβάλλει.
Ολόψυχα και ολόθερμα, στεκόμαστε αλληλέγγυοι στο Silver Dollar και στον Γιάννη Βραχνό, που έπραξε ό,τι δεν έχει πράξει η ΕΡΤ3 και ο Δήμος Θεσσαλονίκης: Συγκέντρωσε σε μια συλλογή την αφρόκρεμα νέων και λιγότερων νέων ροκενρόλ συγκροτηΓμάτων από τη Θεσσαλονίκη. Η συλλογή δεν αποσκοπεί σε εμπορικά κέρδη, είναι περΓιοριζμένης κοπής, δΓιατίθεται δωρεάν, λέγεται STARS OF A HAPPY FAMILY VOLUME 01, και θα παρουσΧιαστεί με όλη τη δέουσα ροκενρολοπρέπΧεια στο Silver Dollar, που βρίσκεται (εδώ και 11 συναπτά έτη!) στην Εθνικής Αμύνης 19, την Παρασκεβή, 28Σεπτεμβρίου2007, μετά τις 10 το βράδυ, όπως φαίνεται και στο σχετικό φλαϊεράκι. Όσοι δεν προλάβουν να αποχτήσουν το ΨΔ μπορούν τουλάχιστον να το χαίρονται ον έαρ.
Την ντιζαϊνική επιμέλεια του πρότζεκτ, όπως και πολλών άλλων ντολαρίσΧιων και μη, πιστώνεται μια από τις πΧιο στιλάτες περσόνες, που βαδίζει στουζ δρόμους τής Σαλόνικας. Check him here: http://www.myspace.com/karriewhite. Αnd be there.

Γιάννης Σημαντήρας

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2007

αυτοανάλυ-σηκ

Για κοίτα, φίλε μου: Αναγκάζομαι να αυτοαναλυθώ, επειδής δεν με κάλυψαν οι αναλύσεις τού ποιήματόζ μου, ‘Η φούστα σου η εμπριμέ’, όπως αυτές δημοσΧιεύτηκαν στα σχόλια του σχετικού ποστάριου. Ξεκινώ μια σύντομη ανάλυση. ΟπΧοιοζδήποτε μπορεί να την προεχτείνει commentικά. Όπως υποστηρίζει η Χαρά (και δεκάδες άλλοι), όταν ένα έργο δει το φως τήζ δημοσΧιόητας, παύει να ανήκει στον δημιουργό του, και είναι -πλέον- (και;) του κοινού. Αυτό ισχύει και δεν ισχύει. Αλλά δεν θα μπούμε στην ουσία τού συγκεκριμένου φλέγοντος ζητήματος. Θα πούμε μόνον (το προφανές): ότι και ο δημιουργός ενός έργου, λίγο-πολύ μπορεί να δει πίσω από την πέτσα τού έργου. Τι δΓιάλο, ο ίδΓιος το έγραψε και δεν έχει το δικαίωμα να το αναλύσει; Όλοι οι άλλοι μπορούν να το ξεκοκαλίζουν, και ο ίδΓιος δεν νομιμοποιείται να πει γιατί το έγραψε και πώς το συνέταξε και πού αποσκοπούσε;
Με βάση το παρόν σκεπτικό, επιθυμώ να ξεκαθαρίσω ότι το ποίημά μου ‘Η φούστα σου η εμπριμέ’ δεν είναι παρά ένα μαθηματικό παιχνίδι. Τουλάχιστον στο κουκούτσι τής πρόθεσήζ μου, έτσι το αντιμετώπισα. Εξηγώ: Πάντα με προβλημάτιζε η αναλογία αριθμού λέξεων στίχων και αριθμού λέξεων τίτλου ενός ποιήματος. Εδώ, στο ‘Η φούστα σου η εμπριμέ’, το πηλίκο αυτό (αριθμός λέξεων τίτλου προς αριθμός λέξεων στίχων) είναι ακριβώς 1 (ένα). Τίμια φάση. Δικαιοσύνη. Ούτε παράπονα από τον τίτλο. Καμιά δΓιαμαρτυρία κι από τους στίχους (τον στίχο, εν προκειμένω). Ισοπαλία.Δεν κρύβω (γιατί πού να το ξέρει αυτό ο αναγνώστης, άμα δεν το μολογήσω;) ότι ήμουν πολύ κοντά στο να σκαρώσω το ποίημα, δίνοντάς του τίτλο ‘Η φούστα σου η εμπριμέ’, και στίχο απολύτως κανένα, δηλαδή ως ακολούθως:

‘Η φούστα σου η εμπριμέ’

Σε μια τέτΧοια περίπτωση, όμως, λόγω τού μηδενικού παρονομαστή, ο λόγος αριθμού λέξεων τίτλου προς αριθμό λέξεων στίχων θα έτεινε στο άπειρο, αν δεν με προδίδουν οι μαθηματικές αναμνήσειζ μου. Και δεν ήθελα αφηρημένες έννοιες, όπως το άπειρο, να μπλεχτούν στα πόδΓια μου (ή στα πόδΓια κάθε φίληζ μας, που θα φορούσε τη φούστα την εμπριμέ ή και -ενδεχομένως- άλλου τύπου φούστες). Ήθελα μόνο τα απτά, τα χειροπΧιαστά. Όπως τις εικονιζόμενες φούστες. Όπως τα μπούτΧια των γυναικών που τις φοράνε.

Γιάννης Γ. Σημαντήρας

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2007

η προσευχή ΜΟΥ


Έλα, ρε Θεέ. Τι λέει; Πώς πάει; Είσαι καλά, μπαγασάκο; Καιρό έχουμε να τα πούμε, παιχταρά μου.

Ντάξει, το ξέρω. Εγώ είμαι αυτός που έχω ξεκόψει. Εσύ πάντα δίπλα μου στέκεσαι. Πρόθυμος να ακούσεις τα προβλήματα και όλα τα χαζά μου. Αρκεί εγώ να δώσω σημείο ζωής --σωστά, τσίφτη μου;

Κι εγώ καλούτσικα είμαι, μωρέ. Τα κουτσοβολεύω. Τι τώρα; Να παραπονιέμαι σαν τους γκρινιάρηδες;

Κοίτα, Θε μου, σε παρακαλώ, ρε συ, κάνε να πάθει εγκεφαλικό κάθε οχτρός και κάθε αντίζηλόζ μου. Και ειδικά οι τσογλαναράδες (κι οι τσογλαναρίνες, ε;), που με αδίκησαν, χωρίς να τους πειράξω, να τυραννιούνται με ...πΧοια είναι η πΧιο βαρΓιά ασθένεια; ε, μ’ αυτήν την ασθένεια να τυραννιούνται μια ζωή, και να μην τους βγαίνει η ψυχή, ξέρεις εσύ από αυτά, τα έχεις κάνει σε πολλούς άλλους, εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Δεν έχω πολλά να σου ζητήσω, Θεούλη μου. Είμαι πλεονέχτης, αλλά είμαι και ρεαλίσταρος του κερατά. Έχεις να ικανοπΧοιήσεις τσι προσευχές δισεκατομμυρίων άλλων μπούφων. Γι’ αυτό και εγώ: Ένα και κακό σού ζήτησα. Αυτό μονάχα, να βασανίζονται δΓια βίου όλοι οι χαμένοι, που με ενόχλησαν, χωρίς να τους έχω ενοχλήσει ούτε κατ’ ελάχιστον.

Και πού ’σαι, Θε μου. Δεν είμαι και τόσο μπουμπούνας. Είμαι ορθολογιστής. Αντιλαμβάνομαι ότι οι προσευχές είναι μια έμμεση αμφιζβήτησή σου. Σα να λέμε: δεν ξέρεις Εσύ που είσαι γκοτζαμάν Θεός, αρχηγάρα τού Σύμπαντος ολάκερου, των θαλασσών πασών και των χωμάτων των απεράντων, των αστέρων και των Γαλαξιών, και πρέπει να σου υποδεικνύει ο πασαένας τι να κάνεις, μέσω μιας κωλοπροσευχής, που τις περισσότερες φορές, δηλαδής, σου την αναπέμπει ασύνταχτη και πανικόβλητος... ΠΧοιοι είμαστε εμείς οι φτωχοθνητοί, που έχουμε το θράσος να σε κατευθύνουμε με τιζ δεήσειζ μας; Έτσι; Αλλά, να... άνθρωπος είμαι κι εγώ, και κάνω λάθη. Ας είναι αυτό το λάθος, η προσευχή ετούτη, το μοναδικό μου. Το πΧιο σοβαρό και το πΧιο χοντροκομμένο. Το πΧιο ασυγχώρητο, στην τελική. Αυτό που στην οριστική κρισάρα σου θα μετρήσει περσότερο, και θα με στείλει στην Κόλαση. Η καθοριστική μου αμαρτία.

Φχαριστώ που με άκουσες. Μακάρι και να με εισακούσεις.

Αμήν.-


Γιάννης Γ. Σημαντήρας, δούλος σου για πάντα και άσωτος υιός