Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2005

ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΡΑΚΙΑ ΚΑΙ LOS DE ABAJO ΣΤΗΝ ΜΥΛΟ

Τα ‘διαμάντια’, η θρασύτατη εκπομπή μας, έχει το θράσος να χαρίζει άφθονες δωρεάν προσκλήσεις για ένα κουνιστικό λάιβ ανεξέλεγκτου πάθους (όπως προμηνύεται τουλάχιστον):
τη συναυλία των Los De Abajo στο Ξυλουργείο τΗς ΜΥΛΟΥ, την ΚυρΓιακή, 2 Οκτωβρίου 2005.
Πριν από τη συναυλία των Los De Abajo, ο δικός μας Ράκιας στη ‘δική του φάση’, τη δική του λάιβ φάση. Ράκιας και Los De Abajo: δύο σετ, σε μία βραδΓιά.

Πληροφορέισιον για τους Mεξικανούς Los De Abajo στο παράρτημα:

Όσοι επιθυμούν να πληρώσουν θα πληρώσουν 15 ευρώ στην είσοδο. Ώρα έναρξης η δεκάτη βραδινή.
Οι προσκλήσεις είναι όλες μονές και επίσημες. Χαρίζονται σε όσους προσέλθουν στα στούντιο της ΕΡΤ3 στην Αγγελάκη 14, κατά τη διάρκεια των ‘διαμαντιών’ (19:00 με 20:00), αύριο Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2005 και μεθαύριο Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2005. Έκαστος μπορεί να παραλάβει περισσότερες από μία προσκλήσεις. Η ΚΑκατανάλωση σκόρδου πριν από την περασΧιά από τα στούντιά μας επιβάλλεται.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΗΜΑΝΤΗΡΑΣ

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2005

ΝΟ ΜΟRE AΛΛΑ ΚΟΛΠΑ

Έχω τόσα μαθήματα να δΓιαβάσω, τόσα περΓιοδικά να μελετήσω, τόσους δίσκους να ακούσω, τόσες υποχρεώσεις να ταχτοπΧοιήσω, τόσες εκκρεμότητες χάσκουν μπρος στα μάτΧια μου υπό μορφήν post-it (συνήθως ριγωτών, με βολεύουν πΧιο πολύ από τα συμβατικά), και κάθομαι και γράφω ποιηματάκια σαν τους αργόσχολους. Πώς τους είχε χαρακτηρίσει τους ποιητές εκείνος ο άξΧιος πολιτικός ανήρ; Και έχω και την αναίδεια να τα κοινοπΧοιώ από πάνω! Ε, μου αξίζει να αυτοπαραδοθώ στη δημόσΧια περιφρόνηση…

NO ΜΟRE AΛΛΑ ΚΟΛΠΑ

Με τι να μας εκπλήξουν πΧια οι διαφημιστές,
Όταν μας τα ’χουν δείξει όλα;

Πώς να μας προσελκύσουνε οι ντελάληδες;
Μπερδεύονται οι φωνές τους.

Άλλο τίποτα από κοινοτοπίες έχουνε οι ποιητές
Για να γεμίσουν τις γραφές τους;

Μα πΧιότερο αναστενάζουν οι Θεοί (οι Ύψιστοι Ταχυδακτυλουργοί),
που δεν ξέρουν τι άλλο θάμα να κάνουν, για να μας ξεγελάσουν να τους πιστέψουμε.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΗΜΑΝΤΗΡΑΣ

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2005

ΜΟΝΑΧΟ ΤΩΝ ΔΕΚΑΞΙ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΧΡΟΝΩΝ

Xαζομάρα μου ίσως που ημιπρολογίζω το ποίημα της Χριστίνας μας, διότι ως αυτόφωτο γραπτό στέκει αυτόνομο στα πόδια του, και λάμπει αφ’ εαυτού του, χωρίς παρείσακτες εισαγωγικάντζες. Αλλά και τι να τον κάμω τον δικό μου ενθουσιαζμό για το ποίημα της Χριστίνας; Να τον αφήκω να με πνίξει; Τον διοχετεύω στην εικονική πραγματικό’ητα της Διαδιχτύου, και ξαλαφρώνω κάπως. Διότι δύο τινα δεν κάνει να κρατάμε μέσα μας: το ένα είναι ο ενθουσιαζμός μας. Το άλλο είναι το σπέρμα μας (τα αγοράκια) και τα υγρά μας (τα κοριτσάκια).
Δεν κρύβω, ως χαζοακριτόμυθος που είμαι, ότι, όταν ξεκίνησα την ανάγνωση του ποιήματος, υπομειδιούσα ειρωνικά. Όταν την ολοκλήρωσα, είχα ανατριχιάσει από συγκίνηση. Αυτή παραμένει μια μεγκάλη πρόκληση για κάθε ντημιουργκό: να καταπΧιαστεί με ένα τετριμμένο θέμα, και να του εμφυσήσει αυθεντική πνοή ζώσα. Την προσωπική του πνοή.
Δεν θα ήθελα να είμαι ο φιλόλογος της Χριστίνας στο Σκολείο. Θα την ζήλευα φανατικά για την ικανότητά της στο γράφειν. Βλέποντας και το ιδιόγραφον επιστολάριόν της (το συνοδευτικόν των παρακάτω στίχων, το οποίο μόνο εγώ έχω στα χέρΓια μου), συμπεραίνω ότι η Χριστίνα τα καταφέρνει το ίδιο λαμπρά και στον λεγόμενο πεζό λόγο, όσο και στην ποίηση. Έχει ο Republic τέτοιους συνακροατές; ΓΣ




ΜΟΝΑΧΟ ΤΩΝ ΔΕΚΑΞΙ ΜΟΥ ΧΡΟΝΩΝ

Μουντό πρωινό, πέντε του Απρίλη
κι εσύ φτάνεις στο Μόναχο μόνη.
Όλη μέρα βροχή, μα ως το δείλι,
είχε αρχίσει ψιλό να ρίχνει το χιόνι.

Να ο θείος Λάζης, με το γέλιο το παιδικό
κι ο Ηλίας, στοργικός σαν πατέρας.
Η θεία Λουίζα, σουλούπι βαυαρικό.
Της Κριστίνε η κουζίνα, σωστό Αμάλθειας κέρας.

Κυριακή του Πάσχα, εκδρομή με τ’ ανίψια στο βουνό.
Ψηλά στο ξύλινο σπιτάκι ιστορίες, γέλια, εξομολογήσεις.
Δε θες να το παραδεχτείς, όμως φίλους, γονείς, σχολειό,
σε λίγο οριστικά θα λησμονήσεις.

Αδέσποτη τ’ απογεύματα στο Garching.
Σαν σε ρωτούν «Πότε γυρνάς;» απαντάς «Δε γυρίζω!
Πρώτη φορά, στα δεκάξι μου, την αληθινή ελευθερία γνωρίζω».

Τη δέκατη μέρα λες σ’ όλους αντίο.
Επιστρέφεις -πέτρα η καρδιά- στου λύκου το στόμα.
Και τώρα που αποκοιμιέσαι, κάπου εκεί στο τελευταίο θρανίο,
τ’ ανθρωπάκια στη Marienplatz βλέπεις, που μες στο κρύο θα χορεύουν ακόμα...

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΧΑΣΟΥ

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2005

Χωρίς ταυτό’ητα

Βέβαια, το παρακάτω κειμενάκι, μάλλον παραπλανά όσον αφορά στον «τσαμπουκά» μου, αλλά είναι έτσι οργιΖμένο γιατί όντως κάτι μπατσάκια με σταμάτηΞαν και ζήτηΞαν ταΦτό’ητα κι όταν τους είπα ότι δεν την κουβαλώ, κάναν πλακίτσα τ` ατι – ΜΟΥΛΙΚΑ, ότι θα με παν στο τμήμα!

ΣΥΧΤΗΡΡΡ!...

Προχθές, καταμεσίς στο πουθενά,

με σταματήσατε ταυτότητα ζητώντας.

Εγώ δεν είχα κι εσείς παίξατε μαζί μου,

να με πάτε ή μήπως όχι γι` αναγνώριση στοιχείων.

Των στοιχείων που εσείς αναγνωρίσετε, ίσως.

Όχι εγώ!

Όνομα, θρήσκευμα, εθνικότητα, αριθμοί…

Ποτέ εγώ δεν ρωτήθηκα γι` αυτό.

Ταυτότητα μοναδική μου,

οι αισθήσεις μου και το μυαλό∙

οι ευαισθησίες, τα ένστικτα και οι προσπάθειές μου.

Όλ` αυτά που εσείς φοβάστε, δηλαδή.

Που θέλετε να έχετε υπό έλεγχο.

Γι` αυτό και μου κρεμάτε άσχετες ταμπέλες.

Γι` αυτό και μου επιβάλλετε να τα καταπιέσω.

Να τ` αλλάξω.

Να τα χάσω.

Πάντως, να μην τα εκφράσω!

Όμως εγώ,

όλα σας τα έγγραφα και τα χαρτιά σας όλα,

τα πιστοποιητικά και τις ταυτότητες που μου ‘χετε φορτώσει,

όλα τα διαψεύδω!

Ταυτότητα μονάχα μια αναγνωρίζω:

Αυτή που γράφει του αίματός μου την ομάδα.

Να κάτι αληθινό!

Αυτό, ναι!

Το αίμα που μέσα μου κυλάει και που βράζει.

Αυτό, που θέλετε ήσυχο να είναι…

Όμως δεν είναι λίμνη,

είναι ποτάμι!

Άτακτο και ορμητικό.

Ποτέ ό,τι ζητάτε δεν θα κάνει!

…Κι αν πλησιάσετε πολύ

μπορεί και να σας πνίξει!



Άντε τώρα γιατί συγχίστηκα!

Δεν πιστεύω να θέλατε να δώσω και ταφτό’ητα στο κείμενό μου, φορώντας του τίτλο!

Μάκια, Δγιαμαντα-καΚά-κια



Φένια

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2005

Ε;

Πρόλογος (για πούλημα)

Το 1969 ο Γάλλος συγγραφέας Ζωρζ Περέκ (Georges Perec), έγραψε το μυθιστόρημα Η εξαφάνιση (La Disparition), απ' το οποίο λείπει ολοκληρωτικά το γράμμα e, το οποίο είναι, όχι συμπτωματικά, το συνηθέστερο γράμμα της γαλλικής αλφαβήτου. Αυτή η τεχνική συγγραφής είναι γνωστή ως λιπόγραμμα (lipogram). Αφήνω στην άκρη τις τεχνικές και προχωρώ στα μεγέθη.

Ιδού Πάνσεπτοι συνδγιαμαντιστές. Έχω την ύψιστη τιμή να μοιραστώ μαζί σας ένα ανάλογο, με το παραπάνω, πόνημαχ. Ένα κείμενο από το οποίο θα λάμπει -τύφλα να 'χει ο Λιβιεράτος και η Βίσση- δια της απουσιάς του ο χαραχτήρας του ελληνικού αλφαβήτου, ε (έψιλον). Μη διστάσετε να κατακρίνετε την προσπάθειά μου με τα χειρότερα σχόλια, όμως αν τύχει και τη βρείτε έστω και λίγο ενδιαφέρουσα, σας παροτρύνω να καταφύγετε σε παρόμοιους πειραματιζμούς και ... καλά ξεμπερδέματα.

E;
του Μαρκ Ου Αγγέλου

Μαρτύριο η γραφή δίχως σου, το ομολογώ, κι ας ήταν ολοκληρωτικά δική μου η απόφαση. Αποφάσισα λοιπόν να γίνω ο δολοφόνος σου, να μιμηθώ αυτόν το Γάλλο πρωτομάστορα που αδυνατώ προς το παρόν να αποκαλύψω. Τα μάτια μου σαρώνουν μάταια το γραπτό μήπως και ανακαλύψουν ίχνη σου. Ίχνη μιας λάμψης γνωστής από τα πρώτα μου αναγνώσματα, μιας και ήσουν ο πιο συχνός θαμμώνας των γραπτών μου. Ως τώρα. Πριν γίνω ο δολοφόνος σου. Πριν αφανίσω το χαρακτήρα σου από το γραφικό χαρακτήρα μου. Για λίγο, ναι. Για λίγους στίχους. Τι σαρκασμός για το βασιλικό μητρώο σου, τι πλήγμα στη ματαιοδοξία σου, στην πρώην κυριαρχική τάση σου!

Σκληρό το τόλμημα, σπουδαίο το ρίσκο της σύγκρουσης μαζί σου. Ζορίζομαι ν' απαριθμήσω τα στριμώγματα που αισθάνθηκα. Μα πώς να σχηματίσω αυτή τη λίστα δυσκολιών, όταν από τους αριθμούς μόνο το οκτώ συνάντησα ανυπότακτο στη δύναμή σου; Διαπιστώνω, ακόμη, τη δυσκολία σχηματισμού της άρνησης, δικά σου τα προνόμια στη γη της. Αδυνατώ να καταγράψω ρήματα, συχνά κι αυτά στη γραφή σαν και του λόγου σου, όπως το ίδιο το ρήμα της ύπαρξης, αυτόν τον μυστήριο συνωμότη στην ανυπαρξία σου.

Όμως απολαμβάνω το ταξίδι όλο και πιο πολύ καθώς σου μιλώ. Νιώθω πια πως κατόρθωσα το ακατόρθωτο. Νίκησα για μια στιγμή το στοίχημα μαζί σου, να αναχαιτίσω προσωρινά την παρουσία σου. Γι' αυτό, νομίζω, πως δικαιούμαι ισόβια τη χρήση σου.

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2005

Απλώς κακοποιημένη

"απλός, -ή, -ό επίθ.[... ... επίρρ. απλά, με απλό τρόπο: συμπεριφέρεται απλά, απλώς μόνο: απλώς δεν έχουν την ικανότητα να κατανοούν τι χρειάζεται ο λαός."

Πολλές φορές στην καθομιλουμένη μπερδεύουμε το απλώς με το απλά. Δεν είναι αυτό όμως το πρόβλημα μου. Το πρόβλημα μου είναι ότι η έννοια του απλού κακοποιείται καθημερινά με τον χειρότερο τρόπο. Παραθέτω ορισμένα παραδείγματα για να επανέρθω


Ενότητα 1η: Απλώς μας γάμησες (μπαρδόν)
Πχ1
-Κύριε καθηγητά υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Το αρχείο δε σώζεται στη δισκέτα
-Δεν πειράζει. Απλά θα ξαναδώσεις το μάθημα την επόμενη εξεταστική.

Πχ2
-Κύριε τροχομπάτσε μου δε μπορώ να βρώ την άδεια κυκλοφορίας
-Εντάξει δεν τρέχει τίποτε, απλά θα σημπεριληφθεί στην κλήση

Πχ3
-Γιατρέ τι βλέπετε στο καρδιογράφημα; Είναι κάτι σοβαρό;
-Όχι όχι μην ανησυχείτε. Απλά θα νιώθετε ενοχλήσεις όταν κουράζεστε

Πχ4
-Δηλαδή καλέ μου άνθρωπε τζάμπα έτρεχα να μαζέψω όλη αυτή τη χαρτούρα;
-Απλά θα πρέπει να ξαναπάτε στην εφορία.


Στην καθομιλουμένη η έννοια του 'απλά' ή του 'απλώς' αποκλίνει επικίνδυνα από τον αρχική της ορισμό. Ο κάθε συνομιλητής που θέλει να σου πετάξει ένα δυσάρεστο νέο χρησιμοποιεί πρώτα τη λέξη απλά, λες κι εσύ είσαι κορόιδο και δεν καταλαβαίνεις τι θέλει να πει ο ποιητής.
Πόσο απλό θα φαινόταν στον καθηγητή το 'κόψιμο' εαν ήταν ο ίδιος στη θέση του φοιτητή; Πόσο απλή θα φάνταζε η κλήση αν την πλήρωνε ο τροχομπάτσος; Πόσο απλό θα ήταν το πρόβλημα της καρδιάς αν το πάθαινε ο ίδιος ο γιατρό; Πόσο απλή θα φαινόταν η διαδικασία της γραφιοκρατίας στον υπάλληλο αν έπρεπε να διευθετήσει κάποιο δικό του θέμα;. Δε νομίζω ότι θα χρησιμοποιούσε κανείς τους την απλότητα για να περιγράψει το συμβάν σε περίπτωση αντιστροφής των ρόλων.


Και σα να μην έφτανε αυτό έχουμε και την άλλη περίπτωση την οποία ανακάλυψα για να είπω την αλήθεια στα σοφά λόγια του κυρίου CmanDra.

Ενότητα 2η: Απλή να πεις τη μάνα σου
Πχ5
-Στη διαμαρτυρία συμμετείχαν όχι μόνον άνθρωποι της τέχνης, αλλά και πολλοί απλοί πολίτες.

Πρώτα απ'όλα δεν υπάρχουν σύνθετοι πολίτες για να πρέπει να γίνει αυτός ο διαχωρισμός. Δεν είναι όμως μόνον αυτό το λάθος. Χαρακτηρίζοντας τους πολίτες ως απλούς πετυχαίνουμε κατευθείαν την υποτίμηση της αξίας του πολίτη. Σκεφτείτε πως θα μπορούσαμε να πούμε με διαφορετικό τρόπο τη φράση του 5ου παραδείγματος χρησιμοποιώντας άλλη λέξη αντί του 'απλοί', χωρίς να προσπαθούμε τόσο πολύ να είμαστε political correct. Δίνω μια εκδοχή:

Πχ5_2
-Στη διαμαρτυρία συμμετείχαν όχι μόνον άνθρωποι της τέχνης, αλλά και πολλοί ασήμαντοι πολίτες.

Για να μην μακρυγορώ το νόημα είναι ότι στη συγκεκριμένη φράση η λέξη 'απλοί' είναι περιττή. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να χαρακτηρίσουμε τους πολίτες ως απλούς.

Το χειρότερο όμως αγαπητοί αναγνώστες δεν είναι ότι χρησιμοποιούμε με λάθος τρόπο την απλότητα. Το χειρότερο είναι ότι έχουμε συνηθίσει να ακούμε τις λανθασμένες εκδοχές της με αποτέλεσμα να πιστεύουμε τις κακόβουλες αυτές φράσεις. Πόσες φορές δε μπερδευτήκατε όταν σας πλασαραν μια δυσάρεστη είδηση ντυμένη μέσα στην απλότητα της 1ης ενότητας; Για τους απλούς πολίτες δεν το συζητώ. Έχουμε πειστεί πλέον ότι πρόκειται για άβουλα πλάσματα.

Η απλότητα είναι πολύ απλή για να την ανακατεύουμε σε τέτοιου είδους βρώμικα παιχνίδια.


ΥΓ: Ζητώ συγνώμη αν έριξα λιγουλάκι το επίπεδο με τις αθυροστομίες που χρησιμοποίησα στους τίτλους των ενοτήτων. Την επόμενη φορά θα προσπαθήσω να το ρίξω περισσότερο.

- - - Zpi - - -

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2005

Οι κομπάρσοι

Δεν ξέρω τι γίνεται στο σινεμά και τα μυθιστορήματα, αλλά στην πραγματικότητα όλοι οι χαρακτήρες αξίζει να σωθούν, εκτός από τους κομπάρσους. Αυτούς που δεν καταφέρνουν να πρωταγωνιστήσουν ούτε στην ίδια τους την καθημερινότητα. Στην ιστορία που ακολουθεί, οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικούς κομπάρσους δεν είναι διόλου συμπτωματική.

* Η ιστορία δημοσιεύεται αυτούσια και στο ιστολόγιο Introspection.

1. Θύμα και θύτης

Ντάλα μεσημέρι του Αυγούστου στη δημόσια παραλία Αλίμονου. Ένας μελαψός, μεγαλόσωμος, μάλλον νεαρός άντρας, κρατά σφιχτά ανάμεσα στα χέρια του τον λαιμό μιας ηλικιωμένης. Το σώμα της είναι δύσκολο να περιγραφεί διότι βρίσκεται σχεδόν ολόκληρο κάτω από το νερό, ελάχιστα μόλις μέτρα από την καυτή αμμουδιά. Πότε-πότε ανέρχεται στην επιφάνεια, παλεύει, σπαρταράει για λίγο, σείεται από την αγωνία και την ένταση. Μπροστά στη θέα του ο άντρας εντείνει το σφίξιμο των χεριών του, πιέζει κατευθείαν στην καρωτίδα και ταυτόχρονα βυθίζει το κεφάλι της ηλικιωμένης στο νερό. Το δικό του σώμα είναι σε όρθια στάση, με το νερό να φτάνει λίγο κάτω από τη μέση του. Για μια στιγμή μόνο, για ένα ή δύο δευτερόλεπτα, ο άντρας κοιτά προς την αμμουδιά. Σαν να περιμένει κάτι να του αποσπάσει την προσοχή. Μάταια όμως. Φέρνει ξανά το κεφάλι στην επιφάνεια. Μπορεί να διακρίνει κάθε λεπτομέρεια του προσώπου. Αυλάκια, ρυάκια και αποχρώσεις του δέρματος αποτυπώνονται στο μυαλό του με μοναδική ευκολία. Σφίγγει τα δόντια του. Σαν να ξεκίνησε να κυλά ένα δάκρυ. Μπα, όχι. Αυτός δεν κλαίει ποτέ του.
Μετά από λίγο, νιώθει το σώμα της γυναίκας να του γλιστρά μέσα από τα γόνατα. Κι όμως τα χέρια του δεν είχαν κουνηθεί ρούπι από τον λαιμό της. Ένας λαιμός εύπλαστος, σαν πάνινης κούκλας. Η δράση του παύει να προκαλεί αντίδραση. Μετακινεί τα χέρια του με δυσκολία από πάνω της, πράγμα που φαίνεται να του κάνει εντύπωση. Πέφτει στα γόνατα, στρέφεται ολόκληρος, βλέμμα και σώμα, προς την αμμουδιά και με απότομες κινήσεις σπρώχνει το νερό για να κινηθεί προς τα έξω. Σύντομα στέκεται στα πόδια του και διασχίζει ένα ανέλπιστο μονοπάτι ανάμεσα στους παρευρισκόμενους.

2. Κομπαρσιλίκια

Σούλα και Μήτσος

«Πήραμε και τον Τσίκο, πάμε για πρωτάθλημα φέτος», μονολόγησε ο Μήτσος και χτήπησε με το χέρι του το πρωτοσέλιδο του «Οπαδού». Δηλαδή δεν μονολόγησε ακριβώς, διότι μοιραζόταν την πετσέτα της παραλίας με τη Σούλα, τη μεγαλύτερη αδερφή του.
«Θα τα σκίσουμε τα χανούμια την Κυριακή. Τουλάχιστον τρία γκολάκια. Θα τους τη στήσουμε στον ηλεκτρικό. Ε ρε πετρίδι που έχουν να φάνε. Ε ρε κεφάλι που έχει ν’ ανοίξει».
«Άσε μας ρε Δημήτρη με τα αθλητικά σου. Υπάρχουν σοβαρότερα πράγματα στη ζωή από τα αυτοκίνητα και τις ομάδες».
«Τι σοβαρότερα δηλαδή; Να στέλνεις αιτήσεις συμμετοχής σε ριάλιτι, όπως έκανες τελευταία;», χασκογέλασε ο Μήτσος.
«Μαλακείες λες πάλι. Τα ριάλιτι έχουν αλλάξει καλέ μου. Είναι παρεξηγημένη έννοια, όπως είπε κι αυτός ο…ο… δημοσιογράφος μωρέ. Έχουν αλλάξει ναι. Έχουν μετατραπεί σε Ακαδημίες παραγωγής ταλέντων πάσης φύσεως».
«Εσύ Σουλίτσα το μόνο ταλέντο που έχεις είναι να τρως ένα ταψί μπακλαβά στην καθισιά. Σε ποιο ριάλιτι θα σε πάρουν;».
Η Σούλα δεν πρόλαβε να απαντήσει. Τα βλέμματα και των δυο τους, στράφηκαν προς θάλασσα, εκεί όπου κοιτούσε κι ο περισσότερος κόσμος.

Ευδοκία και Κωστής

«Τι διαβάζεις Κωνσταντίνε;»
«Το τελευταίο του Μεγακλή Ωραιόπουλου»
«Αμάν βρε Κωστή. Ακόμα και στην παραλία θα μας κυνηγάει αυτός ο Ωραιόπουλος; Ένα σαββατοκύριακο ήρθαμε να ξεσκάσουμε κι εσύ πάλι φιλοσοφικά διαβάζεις. Άντε, παράτα το βιβλίο να πούμε καμιά κουβέντα»
«Όχι, Ευδοκία δεν έχεις δίκιο. Αξίζει να το διαβάσεις κι εσύ το βιβλίο. Ειδικά το κεφάλαιο περί ανθρωπίνων σχέσεων είναι το κάτι άλλο. Καλά τα λέει ο μπαγάσας».
«Ουφ! Σαν τι λέει δηλαδή;»
«Άκου αυτό: Οι ανθρώπινες σχέσεις χρειάζονται σύσφιξη. Όπως ακριβώς η κοιλιά και τα στήθη μιας μικροαστής νοικοκυράς. Έχουμε γεμίσει από ινστιτούτα αδυνατίσματος. Για τις ανθρώπινες σχέσεις, αλήθεια, τι κάνουμε; Χα, χα καλό ε;»
Η Ευδοκία δεν πρόλαβε ν’ απαντήσει. Τον σκούντησε απότομα για να κοιτάξει το σκηνικό είκοσι μέτρα μπροστά τους.

Μάκης και Νικήτας

«Ρε συ φίλε, δεν είμαι καλά τελευταία, κάτι μου φταίει»
«Τι ‘ναι ρε Μάκη, τι έχεις;»
«Ξέρω κι εγώ ρε Νικήτα. Ξυπνάω απ’ τα χαράματα, γυρνάω στο σπίτι πτώμα απ’ τη δουλειά και την πέφτω μπροστά στην τηλεόραση»
«Χαλάρωσε κι εσύ λίγο με τη δουλειά. Σκέψου θετικά. Εγώ έτσι κάνω»
«Σαν τι θετικό να σκεφτώ ρε Αποστόλη; Από τότε που χώρισα με τη Μάρθα όλα στραβά μου πάνε»
«Α, πες έτσι να καταλάβω. Δεν είναι η δουλειά, άλλα σου φταίνε. Μ’ εκείνη τη μικρή τις προάλλες, τίποτα;»
«Δε μου ‘κατσε ρε συ, όχι. Και πλήρωσα και 50 ευρώ τα ποτά. Μακάρι να ήταν τα γαμισιάτικα… Κι αυτή η παραλία όλο κωλόγερους μαζεύει»
«Να μην ξανάρθουμε ρε. Αύριο θα σε πάω στον Αστέρα, χαλάλι τα 25 ευρώ…Ρε συ κάτι γίνεται εκεί»
«Πού;»

Οι κομπάρσοι μιας ζωντανής ταινίας, μιας φέτας ζωής. Απλοί κομπάρσοι, όμως, γιατί οι πρωταγωνιστές ήταν άλλοι. Αυτός ο μαυριδερός αλλοδαπός, μάλλον Τούρκος – ή μήπως Κούρδος -, έπαιζε στον ρόλο του Κακού. Η ηλικιωμένη μαντάμ ήταν αναμφίβολα το αξιολύπητο θύμα. Πάλευε να σωθεί απ’ τα τεράστια χέρια του, που σε σχήμα καρυοθραύστη την είχαν αρπάξει απ’ το λαιμό και την βύθιζαν στο νερό. Κάτι, όμως, δεν ταίριαζε στο σενάριο. Κάτι δεν ήταν εντάξει. Η ώρα περνούσε. Μα πού βρισκόταν ο Καλός της ιστορίας; Α, ναι, μάλλον θα είναι απ’ αυτές που το θύμα πεθαίνει πρώτο. Ο κακός αλλοδαπός είχε παρατήσει το σώμα άψυχο πίσω του και τώρα προχωρούσε προς το μέρος τους. Κοίτα ρε συ πρόοδο ο κινηματογράφος. Εικονική πραγματικότητα, σου μιλάω. Τώρα περνούσε σχεδόν από δίπλα τους. Σχεδόν μπορούσαν να τον αγγίξουν. Αλλά δεν τόλμησαν. Ο πολύπλοκος μηχανισμός του ενστίκτου δεν τέθηκε ούτε αυτή τη φορά σε λειτουργία. «Πότε θα παίξουμε εμείς;», αναρωτήθηκαν μόνο. Αυτοί, οι κωμικοτραγικοί κομπάρσοι της καθημερινότητας.

3. Ο πρωταγωνιστής

Ο Κασίμ είχε ξυπνήσει νωρίς εκείνο το πρωί του Σαββάτου. Ο πρωινός ήλιος που έμπαινε από το σπασμένο παράθυρο του υπογείου σε συνδυασμό με την υγρασία της ατμόσφαιρας, έκαναν τη διαμονή αφόρητη σ’ εκείνη την τρύπα. Άσε που έπρεπε να βγει να ψάξει και για δουλειά. Τα Μεγάλα Έργα είχαν τελειώσει. Ανέβηκε γρήγορα τα σκαλιά και βρέθηκε στο ισόγειο. Να τη πάλι μπροστά του αυτή η γριά με τα μαύρα γυαλιά και το ψάθινο καπέλο. Στεκόταν μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας, από την έξω πλευρά, δίπλα σε μια άλλη γυναίκα, μάλλον φίλη της. Μόλις τον είδε τραβήχτηκε προς τα πίσω, σχεδόν έπεσε πάνω στην άλλη και ψέλλισε ίσα για ν ‘ ακουστεί «Ωχ, ο βρωμιάρης». Ο Κασίμ δε μιλούσε καλά ελληνικά αλλά τα καταλάβαινε όλα. Δεν έδειξε να τον ενοχλεί ο χαρακτηρισμός της γριάς και της έσκασε ένα χαμόγελο. Την φαντάστηκε να τον κοιτάζει σαστισμένα πίσω απ’ την πλάτη του.
Προχώρησε λίγα μέτρα μέχρι τη στάση του λεωφορείου. Απίστευτη κοσμοσυρροή και κομφούζιο. Μόλις ξεπρόβαλλε απ’ τη στροφή το βαρύ όχημα, βρέθηκαν κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλο. Παραχώρησε ευγενικά τη θέση του σε αρκετό κόσμο μέχρι που βρέθηκε στο τέλος της ουράς, τελευταίος. Την ώρα που το πόδι του ετοιμαζόταν να πατήσει στο πρώτο σκαλί, ένιωσε τον αέρα της κινούμενης πόρτας στο πρόσωπο. Γι’ άλλη μια φορά έτρωγε πόρτα.
Αυτό το τελευταίο δεν μπορούσε να το συνηθίσει κι ας του σύμβαινε από τον καιρό που πρωτοπάτησε το πόδι του στη χώρα. Βυθίστηκε σε σκέψεις, σαν το καράβι που τους μετέφερε όταν μπάταρε δυο ναυτικά μίλια έξω απ’ τη Χίο. Η γυναίκα του πνίγηκε στη θαλασσοταραχή και από θαύμα γλίτωσε ο ίδιος. Τις πρώτες μέρες φιλοξενήθηκε σ’ ένα εγκαταλελειμμένο σχολείο της κοινότητας αλλά όταν έγινε καλά, τον τράβηξαν να δουλέψει για ψίχουλα στο τίναγμα της ελιάς. Δεν του παρείχαν όμως και στέγη, κανείς δεν τον έβαζε σπίτι του. Κοιμόταν σε καλυβάκια τσοπάνων στην ύπαιθρο. Όταν είδε κι απόειδε μπήκε σ’ ένα καράβι για την πρωτεύουσα.
Πρέπει να περπατούσε πάνω από δύο ώρες. Διψούσε αφόρητα, τα πόδια του πονούσαν φριχτά, ένιωθε τα ρούχα κολλημένα επάνω του. Το κεφάλι του ήταν βαρύ, βούϊζε από τις σκέψεις κι από τη ντάλα του μεσημεριού. Σχεδόν ζαλιζόταν. Ένα θαλασσινό αεράκι χάιδεψε ξαφνικά τα ρουθούνια του. Αποφάσισε να βουτήξει στην πιο κοντινή παραλία. Άρχισε να τρέχει ξαφνικά, χωρίς ξέρει το γιατί.
Το αμέσως επόμενο πράγμα που θυμάται είναι να περνά μέσα από ένα άμορφο πλήθος, μια ανθρώπινη μάζα που τον κοιτούσε με το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορούσε να φανταστεί την αιτία.

4. Η ώρα των κομπάρσων

Το βανάκι του M-Channel είχε μόλις παρκάρει στο τέλος του χωματόδρομου που έβγαζε στην παραλία. Ο Άρης και οι συνεργάτες του έβγαλαν βιαστικά απ’ το πίσω μέρος κάμερες, μικρόφωνα και άλλα σύνεργα. Ο τύπος στο τηλέφωνο, τους είχε μιλήσει για άγριο φονικό. Η στιγμιαία χαρά τους, όμως, δεν ήταν ανεξήγητη. Είχαν φτάσει πριν την αστυνομία.

«Έχουμε κοντά μας κάποιους απ’ τους αυτόπτες μάρτυρες, τους πρωταγωνιστές της φρικιαστικής αυτής τραγωδίας. Κυρία μου πείτε μας, που βρισκόσασταν την ώρα του αποτρόπαιου εγκλήματος, τι είδατε;»

«Λέγομαι Σούλα Μπάρδαση και είμαι αισθητικός. Καθόμουν ακριβώς μπροστά στους πρωταγωνιστές. Είδα αυτό το ανθρωπόμορφο κτήνος, αυτόν τον λεχρίτη, να μπήγει τα χέρια του στο λαιμό αυτής της ανυπεράσπιστης γριούλας. Τραγικό, πραγματικά τραγικό. Μου ‘ρχεται να βάλω τα κλάματα, συγνώμη…αχ…»

«Ευχαριστώ. Εσείς παιδιά, τι έγινε εδώ πέρα;»
«Κι εμείς εκεί μπροστά στη σκηνή καθόμασταν. Πάθαμε σοκ. Ο φίλος μου από δω, μάλιστα, αναρωτήθηκε τι σχέση μπορεί να είχε ο αλλοδαπός με την καημένη τη γριούλα»
«Γιατί δεν τρέξατε να τη βοηθήσετε;»
«Φοβηθήκαμε. Δεν ξέραμε τι μπορεί να έχει κρυμμένο στο παντελόνι του. Κανά μαχαίρι ίσως; Ποιός ξέρει. Μπορεί και όπλο»

«Εσείς κύριε, τι συνέβη, γνωρίζετε άλλες λεπτομέρειες, μπορείτε να περιγράψετε το δράστη;»
«Μην σπρώχνετε ρε παιδιά, κι εσείς λίγο πιο μακριά το μικρόφωνο. Ακούγομαι τώρα; Λέγομαι Κώστας Βασιλείου και είμαι καθηγητής σε γυμνάσιο. Οι σκηνές που αντίκρισα σήμερα είναι χαρακτηριστικές της αποδιοργάνωσης, της σήψης που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία σε όλα τα επίπεδα. Οι σχέσεις που συνάπτουμε με τους συνανθρώπους μας χρειάζονται σύσφιξη όπως…όπως…»
«Κωνσταντίνε…»

«Ακούσατε κυρίες και κύριοι τις σκηνές που διαδραματίστηκαν στην παραλία Αλίμονου μπροστά στα μάτια των έντρομων κολυμβητών. Η ελληνική αστυνομία έχει στήσει ανθρωποκυνηγητό για τον εντοπισμό του δράστη αυτού του αποτρόπαιου και φρικιαστικού εγκλήματος. Ένα από τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι γιατί ο δράστης επέλεξε μια πολυσύχναστη τοποθεσία…»