Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2005

Mπαλάντα για τους κάλπικους του κόσμου

(τίτλος δοζμένος από τη Χριστίνα Χάσου)

Γραμματείς και Φαρισαίοι,
Τρωκτικά και αρουραίοι,
Τις ζωές μας ροκανούν.

Εξουσιαστές γραφειοκράτες,
Ύπουλοι, ανοιχτομάτες,
Θα μας φάνε ζωντανούς.

Ημιμαθείς και φανταζμένοι,
Διοριζμένοι ή εκλεγμένοι,
Ψεύτικα χαμογελούν.


Υποκριτές ξεγυριζμένοι ,
Φαταούλες χορταζμένοι,
Το καινούργιο πολεμούν.

Του συστήματος στρατιώτες,
Και της ματαιοδοξίας ιππότες,
Το καλάμι καβαλούν.

Εις το χρήμα εθιζμένοι,
Και μες τη χλιδή επηρμένοι,
Τη σαπίλα συντηρούν.

Συνακροατές (και συναναγνώστες),
Για να σας βγάλω από τον κόπο τής ανάλυσης, θα επιχειρήσω να αυτοαναλυθώ. Όπως θα προσέξαμε, το ποίημα δεν παρακινεί σε κανενός είδους επανάσταση. Δεν προσφέρει λύση το ποίημα. Θίγει το πρόβλημα. Παρουσιάζει την κατάσταση. Δεν υποδεικνύει διέξοδο. Έτσι στα ξεκούδουνα συμβαίνει αυτό; Άιντε του κάπνισε του ποιητή, και βαρέθηκε να δώσει λύση; Όχι, βέβαια! Δεν είναι τεμπέλης ο ποιητής. Ε, τότε για πΓΧοιον λόγο δεν φωτίζει τον δρόμο προς την ανατροπή τής «σαπίλας», όπως χαρακτηριστικά και αυτολεξί λέει ο ίδιος; Μα γιατί η λύση είναι προσωπική. Όλα προσωποπΧοιούνται, όλα εξατομικεύονται, γενικές συνταγές καθολικής εφαρμογής δεν υπάρχουν. Ο ποιητής δεν είναι χαζός, το γνωρίζει αυτό. Δεν θέλει να πέσει στο επίπεδο ενός φτηνού ινστρούχτορα, ενός δημαγωγού τής δεκάρας, και να προβάλλει την ιδεολογία που τον συμφέρει και που τον βολεύει <τον>. Δεν θέλει να γίνει (ο ποιητής) σαν κι αυτούς που κατακρίνει. Γι’ αυτό κόβει το ποίημα εκεί που πρέπει, μην προτείνοντας οδούς διαφυγής από την (κατ’ αυτόν, δηλαδή κατ’ εμέ) πνιγηρή και νοσηρή πραγματικότητα που μας περιβάλλει.
Ελπίζω να μην σας άρεσα, και να θεωρήσατε το πόνημά μου χάλια και άθλιο…
Εύχομαι οι στίχοι μου να σας φάνηκαν ελεεινοί, τιποτένιοι και αξιολύπητοι.

Γιάννης Σημαντήρας

Δεν υπάρχουν σχόλια: